η παρηγορητική επίδραση του McCartney III

Η μουσικοί του ’60 μας σώζουν ακόμα .
Συγχωρήστε με για αυτό το βαρύγδουπο , αλλά πιστεύω πως το κατορθώνουν αυτό και με το παραπάνω , ιδιαίτερα σε στιγμές κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε. Πολλά λεπτά καινούριας ωραίας μουσικής μας παραδίδονται ακόμα, κάθε τόσο , από τα τρομερά «παιδιά» του ’60 . Από όσα δηλαδή βρίσκονται, ευτυχώς  ακόμα, αναμεσά μας : Τον Dylan , τον Νeil Young και τώρα πάλι τον McCartney . Στο κατώφλι των 80 , και παρόλο που ανήκουν στις “ευπαθείς ομάδες πληθυσμού” , όπως έχει επικρατήσει να λέγεται τους τελευταίους μήνες, διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της δημιουργίας.  Κυκλοφορούν συνεχώς φρεσκοφουρνισμένη μουσική.  Αφήνουμε έξω τη σωρεία σαγηνευτικών επανεκδόσεων ή ζουμερών ανέκδοτων στιγμών , ζώντων και τεθνεώτων , που αράχνιαζαν για δεκαετίες σε κάποιο συρτάρι (βλ.  άπαντα του Λέννον ή  λίφτινγκ στο ντοκιμαντέρ Get Back ) . Μπορούμε έτσι , πλέον με βεβαιότητα, να μιλάμε για μια γενιά ,αυτή του 60, που κατόρθωσε μαγικά να επιμηκύνει τη νεανική ηλικία , να συρρικνώσει την τρίτη ηλικία και ν’ αναβάλει επ’ αόριστον το θάνατο . Επίσης , το περιβόητο χάσμα των γενεών γεφυρώθηκε μέσω της τέχνης τους.
Ακούω μες στο αυτοκίνητο το McCartney III , και διαπιστώνω ότι κι αυτός ο δίσκος , γαμώτο, είναι ξεχωριστός . Δίσκος χειροποίητος με πολύ καλά στοιχεία και με λίγα τρωτά σημεία . Ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε το 1980 με το McCartney II. Τώρα σημειώνει πια τις μουσικές φράσεις στο i phone του και η φωνή δεν είναι η γνωστή φωνή . Αλλά κι αυτό το βραχνό φαλτσέτο του πάει . Είναι μια νέα φωνή. Βασικά υλικά του δίσκου: η «σπιτική ευδαιμονία» , κάτι που ο Macca ξέρει καλά και το τραγουδάει από μικρός , από την εποχή του When I m’ 64. Δεύτερο υλικό του δίσκου , ο “εγκλεισμός” . Και δεν εννοώ τις χαζοχαρούμενες προσπάθειες εξωραϊσμού της καραντίνας , ούτε τις απόπειρες «αισθητικοποίησης» της από τους , νέας κοπής, διανοούμενους των social media. Μιλώ για τη ευφάνταστη αντιμετώπιση του περιορισμένου χώρου. Τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο σαν αεράκι, καθώς οδηγώ και φεύγουν πίσω μου χαλάσματα , δυσοίωνες ειδήσεις , φοβισμένοι άνθρωποι με μάσκες και γενικά ένας κόσμος που καταρρέει . Αν μη τι άλλο το McCartney III μου γλυκαίνει τη ζωή .
Βρίσκουμε παρηγοριά στους ηλικιωμένους τροβαδούρους, αντί να τους παρηγορούμε εμείς.

Write a Reply or Comment