μια γλυκιά ψευδαίσθηση

Κάπως έτσι είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι.
Με αυτή τη μεγαλειώδη μουσική , αλλά και μελαγχολική και -λεπτά-βαλκανική, σε αρκετές στιγμές της. Την έχει γράψει ο Gabriel Yared για την ταινία «Ο Άγγλος Ασθενής». Ήμουν σ’ ένα σπίτι φίλου -αστικό διαμέρισμα σε μια παλιά αθηναϊκή πολυκατοικία- κι εκείνος , σ’ ένα μικρό κενό , ανάμεσα στο Aperol Spritz και στο βραδινό γεύμα, έπαιζε στο πιάνο ακριβώς αυτό το κομμάτι. Σταμάτησα όρθιος , με το ποτήρι στο χέρι, στο διάδρομο του χολ κι άκουγα μαγεμένος . Γέμισε το δωμάτιο με αυτή τη συγκινητική μελωδία, έτσι ένιωσα-ίσως να είμαι υπερβολικός τώρα-οι άλλοι παρ’ όλ’ αυτά συνέχιζαν τις δραστηριότητες τους κανονικά : ήταν στην κουζίνα κι έφτιαχναν πίτσες , κουβέντιαζαν κλπ. Η βραδιά προχωρούσε μες το καλαίσθητο διαμέρισμα, με τη θαλπωρή του φαγητού που ετοιμάζεται στην κουζίνα, και στο σαλόνι το πιάνο που τώρα έπαιζε άλλα. Βγήκα έξω στη βεράντα: μια καθαρή νύχτα με λίγη ψύχρα, σαν τέλος καλοκαιριού , παρόλο που, ακόμα, ήταν αρχές Ιουνίου . Χάζευα τα παράθυρα των πολυκατοικιών. Στα ταλαιπωρημένα -πρώην αστικά -σπίτια , ακριβώς κάτω απ’ την Πατησίων , ζούνε εδώ και καιρό οικογένειες απ’ την Αφρική . Έβλεπα τα φωτάκια τους, τις αργές σκιές τους. Σε συνδυασμό με τη μουσική του πιάνου απ’ το φιλικό σαλόνι , όλα αυτά λειτουργούσαν θαυμάσια στα μάτια μου. Οι Αφρικανοί γείτονες, δηλαδή, μέσα από αυτήν τη γλυκιά ψευδαίσθηση, φαίνονταν να ξεκουράζονταν, από τον κάματο της ημέρας, με Σοπέν και άλλη εξαίσια μουσική . Ήταν μια στιγμή αρμονίας , σπάνια. Υπήρχε στην ατμόσφαιρα κάτι που υπόσχονταν ηρεμία και σταθερότητα.

Write a Reply or Comment