Ποζάρουν, σίγουροι μες στα σουέτ τζάκετ τους, με τις αφέλειες να φτάνουν μέχρι τα μάτια και τα μαλλιά να καλύπτουν τα αυτιά και με τα μυαλά να βαθαίνουν, αλλά ταυτόχρονα να ξεδιπλώνονται σαν πολύχρωμα οριγκάμι προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πιο φθινοπωρινός δίσκος τους. Οκτώβριος είναι άλλωστε όταν ποζάρουν σ’ αυτόν τον αγγλικό κήπο. Όλες οι αποχρώσεις του καφέ στα ρούχα τους μπλέκονται με τις καταπράσινες φυλλωσιές, και πάντοτε φανταζόμουν να περπατούν, πηγαίνοντας για τη φωτογράφιση, πάνω σε ξερά φύλλα, κίτρινα και πορτοκαλί, και να κάνουν χρατς χρατς πατώντας τα, κι εκείνοι να χασκογελάνε (βοηθούσε και η μαριχουάνα) και να βγαίνουν αχνοί απ’ το στόμα τους. Στο τέλος κάποιος σκούντηξε τον προτζέκτορα και ξαφνικά τα πρόσωπα μάκρυναν, κι όμως αυτή η παραμόρφωση απεικόνιζε με ακρίβεια τη νέα τους φάση. Τα τραγούδια τους είχαν ανοιχτεί σε μια νέα πνευματικότητα. Και γεννήθηκε αυτό το εξώφυλλο που δεν έχει καν το όνομά τους. Μετά από 61 χρόνια, το λουστράρανε, του έβαλαν χρυσά γράμματα, αφαίρεσαν μάλιστα με ρετούς μια κλωστή που εξείχε από τον ώμο του τζάκετ του Τζον στην αρχική φωτογραφία. Κι όλα αυτά πιθανόν να έγιναν σε μίνιμαλ στούντιο μέσα σε γυάλινα κτίρια, μπροστά σε τέλειες, πολύ λεπτές οθόνες. Είχαν προηγουμένως ψάξει στο βάθος βάθος των συρταριών και των ραφιών με τις μπομπίνες για να βρούνε το τελευταίο ψήγμα αυτής της παλιάς καλής πνευματικότητας à la 1965, κάποια συγκινητική ακουστική βερσιόν, ένα ενδιαφέρον ντέφι, μια φαζαριστή κιθάρα που διακόπτεται από ένα ρέψιμο. Κάτι, έστω λίγο, που δεν έχει ακόμα ακουστεί. Και μετά ερχόμαστε εμείς, οι άρρωστοι, και το ακούμε προσποιούμενοι ότι είναι η πρώτη φορά.
Τελικά απολαμβάνουμε κάθε φορά να πέφτουμε στην παγίδα.