Ο Βασίλης Λεβέντης, μέσα στη νύχτα, χτυπάει τη γροθιά του επάνω στο τραπέζι. Ο θόρυβος που βγάζει ο χτύπος σε κάνει να νομίζεις ότι το τραπέζι είναι φτιαγμένο από MDF. Ίσως και όλο το τηλεοπτικό στούντιο να είναι φτιαγμένο από τέτοιο ή παρόμοιο ετοιμόρροπο υλικό. Έτσι τα έκαναν όλα τότε, στη δεκαετία του ενενήντα, γρήγορα και βιαστικά.
Ο Β.Λ., ταμένος σε μια ζωή συντηρητική, όλο εγκράτεια, ξαφνικά παραληρεί και, σαν Δον Κιχώτης, ορμά με το κοντάρι του προς κάθε «εχθρικό» αντικατοπτρισμό. Γι’ αυτόν η Δουλτσινέα του είναι η «αντιδιαπλοκή». Παρακαλάει τον Θεό να «στείλει» καρκίνο στους εχθρούς του.
Ο Β.Λ. πνίγεται από δίκιο, σαν ναυαγός μέσα σ’ ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος αδικίας. Γι’ αυτό ίσως πίνει, κάθε τόσο, γουλιές νέσκαφε φραπέ. Στον αφρό του επιπλέει και πρόσκαιρα σώζεται. Από την πίκρα του παίρνει δύναμη.
Ο Β.Λ., μέσα στην ησυχία μιας ζεστής, κολλώδους αθηναϊκής νύχτας, αραιά και που δέχεται τηλεφώνημα. Συνέρχεται, σκουπίζει το μέτωπό του με το μανίκι του πουκαμίσου του και απαντάει. Για μια στιγμή πιστεύει ότι, ναι, αυτή τη φορά η κλήση θα είναι το φωτάκι που μια ζωή περιμένει, φωτάκι ανταπόκρισης μες στο αβάσταχτο σκοτάδι. Για μια στιγμή μόνο. Την αμέσως επόμενη στιγμή, όμως, θα αποδειχτεί κι αυτό φωτάκι απατηλό, αφού θα καταλήξει, όπως τόσα άλλα, σε βωμολοχίες και χάχανα. Άλλος ένας «εγκάθετος», άλλο ένα «φασιστοειδές», άλλος ένας που σκοτώνει την ώρα του, όπως πολλοί από μας, στα αγνά, προ Facebook χρόνια. Έφηβοι, αυνάνες, ανυποψίαστοι γι’ αυτά που θα έρθουν στο μέλλον, βλέπαμε Τα παιδιά της νύχτας, φαντασιωνόμασταν την Ελεάνα Παγουρά και μετά ξεσπούσαμε στον τρελό του Καναλιού 67 «που λέει αλήθειες». Κι αυτός μας το έκλεινε απότομα, κάθιδρος και μαινόμενος πάλι, μέσα στο δωμάτιο, σαν να βγήκε από ταινία του Οικονομίδη.
Κι ύστερα ήρθαν τ’ αρπακτικά. Τα γραβατωμένα nerds, που εκείνη την εποχή «ανέβαιναν», δεν έχασαν την ευκαιρία και έβγαλαν τον αφελή στην ανθρωποφάγα οθόνη, εκεί, αμέσως μετά τη Λάμψη. Άλλωστε κανείς δεν κινδύνευε τότε απ’ τον τρελό που λέει αλήθειες. Κι ο Πάνος γελούσε όλη την ώρα κάτω απ’ τη γραβάτα του, όπως ίσως όλοι τότε. Και στο τέλος, αφού όλοι καλά περνούσαμε, θα τον κερνούσαμε και μια πίτσα και θα τον «εκτελούσαμε» στεγνά μπροστά στο γυαλί. Από τους πρώτους ζωντανούς τηλεοπτικούς «θανάτους» στα nineties, κι ας θυμόμαστε πια μόνο τον Κουτσόγιωργα να καταρρέει. Κι όλοι θα μπορούσαμε να πάμε για ύπνο, για άλλη μια δεκαετία, ατάραχα.
Κι έτσι θα κυλούσαν τα χρόνια. Οι πίτσες θα έφερναν κι άλλες πίτσες. Το γραβατωμένο nerd θα γινόταν υπουργός. Κι ο Λεβέντης θα έμενε πάλι μόνος. Μέσα στη νύχτα.
(γραμμένο για τις ένδοξες μέρες του Καναλιού 67 και την σπατάλη μιας γενιάς εφήβων μπροστά σε μια εκπομπή)
